Α


αβάρετος = ακούραστος
αγάντα: ναυτικό παράγγελμα που σημαίνει βάστα, κράτα, με όλη τη δύναμη
αγαντάρω= πιάνω, κρατώ, συγκρατώ, στηρίζω το φορτίο που γέρνει, (ΜΤΦ. υπομένω, αντέχω, βαστάζω ) π.χ. Αγάντα κι έρχομαι
αγίνωτος=ο απαράδεκτος,με αχαρακτήριστο φέρσιμο
αγκοριτσά = άγρια αχλαδιά
αγκούλα = η μεγάλη καμπούρα
αγκουλα=όταν κάτι είναι πολύ γυρτό, λυγισμένο
άγρεμα = αγρίεμα, φοβέρισμα π.χ. Τον άγρεψα και μαζεύτηκε
αγωγιάτης = αυτός που κάνει αγώγια, μεταφορέας εμπορευμάτων Παροιμ.: «Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.»
αδειάζω = ευκαιρώ (Δεν αδειάζω να πάω στην εκκλησία)
αδερφάδες = οι αδερφές στον πληθυντικό
άζα= η καπνιά που πιάνει το τζάκι στη καπνοδόχο
ακουσμένη = η γυναίκα που έχει συζητηθεί για άστατη ερωτική ζωή
αλάργα = μακριά, σε μεγάλη απόσταση Καρυστινή έκφραση : Αλάργα και μακριά
αλαφρόμυαλος,-η = χαζός,-η απονήρευτος
αλητάμπουρας (μόνο το δεύτερο μισό, βέβαια είναι αρβανίτικο) = αλήτης με περικεφαλαία παιχνίδι ανοιχτού χώρου, που παιζόταν από δύο ομάδες και που παιζόταν και στην περιοχή μας. (Οι καταλήξεις σε -ιζα να σημειώσουμε, είναι ένδειξη αλβανικής προέλευσης, παρότι η συγκεκριμένη λέξη είναι αντιδάνειο από την ιταλική αμπάρα και από εμάς τους Έλληνες πέρασε από τα Ελληνικά στα Αλβανικά)
αλισίβα, η = το σταχτόνερο
αλλαξιά, αλλαξά = Η δεύτερη φορεσιά (Πάρε μια αλλαξά μαζί σου, μπορεί να κατουρηθείς στο δρόμο)
ἀλτάνα, ἡ : ἰταλ. altana = μικρὸς ἀνθόκηπος στα πλαΊνά των αυλών των Καρυστινών σπιτιών
αμανάτι = ενέχυρο, άχρηστο, ξεχασμένο αντικείμενο (έμεινε αμανάτι = έμεινε να περιμένει)
αμαξωτός = ο δρόμος με τα χαλίκια που ανέβαινε προς Αλαμανέικα κ Λάλα
αμέτι μουχαμέτι = σώνει και καλά( Μάλλον Τούρκικο )
αμολάω = αφήνω κάποιον ή κάτι ανεμπόδιστο, ελεύθερο. Απολύω
άμουρος ,γίνομαι άμουρος= εξαφανίζομαι
αμπάριζα = κατά λέξη σημαίνει ορμητήριο ή φωτιά .Σαν έκφραση όμως, όταν λέμε "Τους πήρε αμπάριζα" σημαίνει δεν υπολογίζω κανέναν και ορμάω μέσα σ' όλα. 
αμπέχωνο= χοντρό σακάκι
αναβροχιά, η = η ξηρασία.
αναγούλα, η = τάση προς εμετό
αναδουλειά = έλλειψη δουλειάς
ανακούκουρδα = ανακατεμένα,ανάποδα
αναντάμ-μπαμπαντάμ : Στα Καρυστινά σημαίνει από μάνα και πατέρα, από παράδοση
ανθρωπομάνι = μεγάλος αριθμός, αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων
άντερο = το έντερο
αντέτι = ξεμάτιασμα
αντηλιά = το φως του ήλιου που χτυπάει στα μάτια
αντρούλιακας = ο εύσωμος, σωματώδης άντρας.
άξαφνα= ξαφνικά
απαστριά = ποντίκι
απίκου = σε ετοιμότητα
άπλα = άνεση χώρου, ευρυχωρία
απλυσά = το να μην πλένεται κάποιος, βρώμα του σώματος
αποβραδίς = χθες το σούρουπο
αποζυμώστρα =μόλις ζύμωσε και περιμένει να φουσκώσουν τα ψωμιά
αποκρεύω = περνώ, γιορτάζω τις Αποκριές
απονοικοτσυρά = γυναίκα ανοικοκύρευτη
αποπαίδι, το = το αποκηρυγμένο, αποκληρωμένο παιδ
αποπαίρνω = επιπλήττω, κατσαδιάζω
απορρίχνω = αποβάλλω, κάνω έκτρωση. Στους κτηνοτρόφους της περιοχής :Η γίδα απόρριξε= η γίδα απέβαλε το κατσικάκι.
αποσπόρι, τὸ = στερνοπαίδι
απουσώνω = αποτελειώνω
αραβάνι = το στρωτό τρέξιμο του αλόγου
αρνόκουρο = το κουρεμένο μαλλί του πρόβατου
αρτυμή = όχι νηστίσιμο
ασκέρι = οικογένεια
αστοχιά = κακοκεφιά και κατ'άλλους επιπολαιότητα στις κουβέντες
αστρίτης το μάτι = αστραφτερό, χρησιμοποιείται όταν δεν κλείνει για ύπνο
ατζίδα = η ακίδα
ατζοπλήματα = τα μαζέματα από τα πιάτα μετά το φαγητό σε νερό και στο γουρούνι γιά ορντέβρρρρρρ!!!
αυγατάει -αυγαταίνει= αυξάνεται
άφερτος, ο = αυτός που δεν έχει έρθει ακόμα
αφόρμισε = ερεθίστηκε (η πληγή)
άφτουρο= δεν φτάνει,είναι λίγο
αχαματιά = Ανάσα
αχαμνά= τα καμπανέλια του άντρα
αχαμνός = αδύνατος
αχούρι, το = (τουρκ.) ο στάβλος, το ατημέλητο σπίτ
άφταστος-άστοχος=αμετροεπής

© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!