Π

 παγκάδα = χαμηλή πέτρινη μάντρα στις αυλές των αγροτικών σπιτιών

παγκάρει = ηρεμεί ο καιρός
παγκούα =πληρωμή μετρητοίς
παδανά, παδαχάμου = Εδώ, εδώ κάτω
παιδομάνι =αναρίθμητο πλήθος παιδιών
πάκια, τα = τα νεφρά
παλαχάνω =ξεκουράζομαι
παλούκι το = ο πάσσαλος
πανοπροίκι, το = η παραπανίσια προίκα που ζητείται ή δίνεται στον γαμπρό
πανωγόμι = το επιπλέον φορτίο ενός ζώου, στο κέντρο του σαμαριού (μεταφορικά το πανωτόκι)
παραλοϊζω = χάνω το νου μου
παραντουρώ = παραπαίω, παραπατώ
παρδάσκελα = τρόπος καβαλικέματος στο ζώο με τα πόδια ανοιχτά
παρλιακός,η, ο = ο ακαταλόγιστος, ο ανισόρροπος
πεζούλα = φυσικό ή τεχνητό ίσωμα σε πλαγιά για καλύτερο όργωμα ή για κράτημα του εδάφους
πεντασταύλι =ορθάνοιχτος
πεντίζω-πεντοβολάω=.μοσχοβολάω (ανοιξιάτικο ρήμα, πεντοβολάει ο τόπος από τα λουλούδια)
πέρνα πόθε=έλα απο 'δω
πέτος = κληματαριά
πήγε προς νερού του= πήγε να κατουρήσει...
πήδος = άλμα
πίζουλος, -η = παράξενος
πινακωτή = ξύλινες θήκες για να φουσκώσουν τα καρβέλια
πιστομήθηκα= παραπάτησα κι έπεσα
πιτούρισμα=πασπάλισμα
πλατσουράω = τσαλαβουτάω στα νερά
πορδοβούλωμα, το = ο τιποτένιος, ο μικροκαμωμένος.
πορδοκλανιά = αυτός που πετάγεται χωρίς να έχει το λόγο
πορτογύρα = αυτή που τριγυρνά,η σουρτούκω
πούντιασα = πάγωσα
πουρπουσίρι= με αυτό σκαλίζεις το τζάκι
πριπάσω = δευτεροκλασάτη γυναίκα ,φθηνιάρα
πρισκάρι = Πρίξιμο
προβάτα = περπάτα
προγκάω = διώχνω με φωνές
προσκυνητήριο -κοφτήριο = μαγαζί που έχει πολύ δουλειά,πολύ πελατεία
© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!