Δ

δαναπίτσα=λυγαριά
δειξάμενη = η εντυπωσιακή γυναίκα
δεντρογαλιά, η = είδος φιδιού
δευτερίζω = κάνω εργασία (κόβω τα ξεβλάσταρα) στο αμπέλι δευτέρισμα = αμπελουργική εργασία
δηγός=ο οδηγός, το καλό πνεύμα του σπιτιού
διάσκαντος = διάολος
διάφορο = το κέρδος, το όφελος (Νικάει η ζημιά το διάφορο. (παροιμία))
δικέλι = γεωργικό εργαλείο σιδερένιο ή ξύλινο με δυο δόντια
δικούλι = γεωργικό εργαλείο με μακριά ξύλινα ή σιδερένια δόντια για άχυρα, σανό κ.λ.π
δίμιτο = βαμβακερό ύφασμα...
διμούτσουνος, η, ο -= ο διπρόσωπος
διολί =το βιολί
διπλαρώνω =κυριολ. φέρνω το σκάφος δίπλα σε άλλο, πλευρίζω , μτφ.πλησιάζω κάποιον με ιδιοτελείς σκοπούς
δραγάτης, ο = ο φύλακας των αμπελιών, λαχανικών, φρούτων, γενικά ο αγροφύλακας
δρόλαπας,ο = δυνατή βροχή
δροντζό = δροσιά το πρωί η βράδυ
δροτσίλα = σπυράκια μικρά κόκκινα από την πολλή ζέστη
δυο διπλού = πολύ καμπούρης

© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!