Γ

γαλάρια = τα ζώα που δίνουν γάλα
γαλατσίθρα = είδος χορταρικού σαν το ραδίκι
γαλαχτιά = ασβέστωμα
γαλαχτίζω = ασπρίζω, ασβεστώνω
γάλικας = μεγάλο ξύλινο κοφίνι
γάνα = η μαυρίλα που βγάζουν τα χαλκώματα
γανιάζω = σκάω από δίψα, ταλαιπωρούμαι από υπερπροσπάθεια
γάνιασα = κουράστηκα,αγανάκτησα
γένηκα=έγινα
γέννημα, το = το σύνολο των δημητριακών καρπών
γεροντομοίρι= το σπίτι, ή γενικά η περιουσία που κρατάει ο γέρος για να μη φάει καμιά κλοτσιά από τα παιδια του
γητεύω = γιατρεύω με μάγια
Γιαγκίνι=παιδεμός
γιατροπορεύομαι = γιατρεύομαι με πρόχειρα μέσα
γίδι, το = η αίγα, μτφ ο απολίτιστος άνθρωπος
γινωμένος = ώριμος
γιοματάρι = πρόσφατα ανοιγμένο κρασοβάρελο
γιούκος, ο = στοίβα από χοντρικά ρούχα, κλινοσκεπάσματα
γιουρντάρω = ορμάω
γιουρούκι, το = ο χοντροφτιαγμένος και άξεστος άνθρωπος
γκαβαλίνα = ακαθαρσία αλόγου, όνου
γκαζές = οι βόλοι που παίζαν τα μικρά παιδιά
γκεσέμι και κεσέμι= μεγαλόσωμα ζώο, αρχηγός κοπαδιού ( συνήθως ευνουχισμένο
γκλάβα = το μυαλό
γκοτζάμ, = (τουρκ.) ο τεράστιος, ο πελώριος. Έγινε γκοτζάμ παιδί
γκουρτζέλι = το νεογέννητο γουρουνάκι
γκούσα = το μεγάλο προγούλι
γλαντί = το αδύνατο παιδί
γλάρα = πρωινή υγρασία
γλάρωσε = μισόκλεισε τα ματάτσα τού
γλωσσοκοπάνα = γυναίκα πολυλογού και ετοιμόλογη
γνέθω ή νέθω = φτιάχνω νήμα για ύφανση στη ρόκα
γνώρος,ο=γνωριμία
γοργόνια = Ζωηρά παιδιά
γούβα = τρύπα στο χωμάτινο έδαφος )
γυναικομάνι = αναρίθμητο πλήθος γυναικών
γυφτοκόνισμα - γλυφοξέρασμα= πολύ αδύνατη γυναίκα ή παιδί

© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!