Ξ

 ξάϊ = μέτρο χωρητικότητας καρπού, όσο ένας ντενεκές του πετρελαίου.

ξαντάρι -ξάνεμο=μέρος που το χτυπάει πολύ ο αέρας

ξεγοφιάζομαι = εξαρθρώνω το γοφό μου (περπατάει σα ξεγοφιασμένη)

ξεκουμπίζομαι = απομακρύνομαι, εξαφανίζομαι, απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου
ξελιμπάρω = ελαφρώνω τὸ πλοίο ξεφορτώνοντας μέρος του φορτίου σε άλλο μικρότερο που θα μπει στα ρηχὰ νερά, μτφ. τελειώνω, αδειάζω, ξοφλάω
ξεποδαριάζομαι = κουράζομαι απ' το περπάτημα
ξεραϊλα , η = η ανομβρία
ξέργου=ειδικά(ξεκίνησα ξέργου για να σε δω)
ξεργουτάρικο = ειδικό για την περίσταση.
ξεργουτού = επί τούτου
ξεροσταλιάζω = στέκομαι περιμένοντας κάποιον με αγωνία
ξεσυνερίζομαι=δίνω βαρύτητα στα λόγια ή στις πράξεις κάποιου
ξόμπλι = κουτσομπολιό
ξομπλιάστρα = αυτή που τα παρατηρεί όλα, που δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο
ξυφαίνω = τελειώνω την κρεβατίνα, δηλ. τον αργαλειό Μεταφορικά σημαίνει ,ξεμπερδεύω, τελειώνω μια δύσκολη δουλειά (Πώς τα ξύφανες; = πώς ξεμπέρδεψες;  
© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!