Κ

 καζάντια, τα = τα υπάρχοντα, τα πλούτη, τα κέρδη

και στα επίλοιπα = Ευχή που δίνεται στα τελειώματα, δηλαδή και στις χαρές των υπολοίπων
καΐλα, η = η στεναχώρια, ζημιά.
κακαϊδού, η = κακή νύφη στο είδος και στη μορφή
κακορίζικο = κακότυχο
καλά δεξίματα = με το καλό να υποδεχθείτε αυτούς που περιμένετε
καλά κρασά = Στο μάζεμα των σταφυλιών
καλέσα = η ξανθιά προβατίνα (απαντάται στα χωριά μας, είναι διαδεδομένη στους κτηνοτρόφους)
καλιακούσα η καλιόσα= παίρνω κάποιον στη πλάτη
καλιγώνω = πεταλώνω
καμπανά,τα = τα άγουρα σταφύλια που δεν τα τρυγάνε μαζί με τα άλλα αλλά μετά από 10 - 15 ημέρες
κάναλος=.ο σωλήνας που κατεβαίνει το νερό από την ταράτσα
καναπελίκι = το κάλυμμα του καναπέ,άσπρο ουγίτικο με δαντέλα τις σχόλες και εμπριμέ απλό τις καθημερινές
καούνι = πολύ κρύο, παγωνιά
καπάτσα, η = η πολύ δραστήρια και καταφερτζού γυναίκα
καπιστράνα ή καπίστρι = λουριά που δένεται το κεφάλι του αλόγου
καπλαντίζω=.ράβω σεντόνι με τη σακοράφα απ'εξω στο πάπλωμα, για να μη λερώνεται.
καπλοδέτια=τα λουριά του σαμαριού, (κατ'επέκταση ο, τι ρούχο μας ενοχλεί)
καούνι=το ξεροβόρι
καραμελάτη κουβέρτα = Κουβέρτα φτιαγμένη στον αργαλειό με ρίγες σε όλο το μήκος της
Καρκαλέγκος=ο λαιμός της κότας
καρκαλέτσι= σαμιαμίδι
Καρούτα=_ ενα κομμένο βαρέλι ,συνήθως που έλιωναν τον ασβέστη....κατ'άλλους το φέρετρο
καρύκα=κολοκύθα με μακρύ λαιμό που την χρησιμοποιούμε για να μεταφέρουμε νερό
κασίδα = βρώμα
καταμεσής (επίρρημα) = μεσ' τη μεση, στο κέντρο
καταπιόνας = ο λάρυγγας
καταραχιά= η σπονδυλική στήλη. Δηλ. πονάει η καταραχιά μου
κατάσαρκα = ακριβώς επάνω στη σάρκα
κατεβαστίκια= η επί πλέον προίκα που ζητάει ο γαμπρός την τελευταία στιγμή για να κατέβει απ'το άλογο να γίνει ο γάμος!
κάτοικας = το κοτέτσι
κατραπακιά, η = χτυπώ κάποιον στο κεφάλι με την παλάμη μου
κατσάβραχα η κράκουρα =δύσβατα βουνά
κατσικοπόδαρος ο = ο γρουσούζης
κατσούλα = η σκούφια, η κουκούλα
κατώϊ = αποθήκη στο υπόγειο
κερατάς, ο = αυτός που έχει κέρατα, ο απατημένος σύζυγος
κεσέμι = το κριάρι ή ο τράγος που οδηγεί το κοπάδι, ο μπροστάρης
κιοτεύω=δειλιάζω
κοκορέτσι = το γνωστό , παραδοσιακό έδεσμα από σπλάχνα ζώων
κολάζω = βάζω σε πειρασμό
κονοβόλι=παντελόνι κοντό ως τη γάμπα που φορούσαν οι αγρότες κι οι τσομπάνηδες
κόπανος = χοντρό ξύλο που χτυπούσαν βρεγμένα χοντρά σκεπάσματα η πατήματα για να καθαρίσουν
κοπρίτης, ο = ο βρωμιάρης, ο ανεπρόκοπος και τεμπέλης άνθρωπος
κορακοζώητος,= ο αυτός που ζεί πολλά χρόνια
κορικάτσι=κοριτσάκι
κορκολέτσι = χαλάζι
κανιαρό=αδύνατο παιδί
κοτάω = τολμώ (Δεν κοτά να πλησιάσει = δεν τολμά να πλησιάσει)
κοτζάμ = τόσο μεγάλος
κουβεντιασμένη = Γυναίκα που έχει συζητηθεί για ασταθή ερωτικό βίο
κουκλομαντίλα = ο ιστός της αράχνης
κουκοσκιάχτης = ντροπαλος ,ακοινώνητος
κουκοσκιαχτης.....ο ακοινωνητος, που δε θέλει επαφές με κόσμο
κουλάδια -- ξεράδια = τα χέρια
Κουλαντρίζω=πειράζω, φέρνω βόλτα κάποιον
κουλούτσι=.κουταβάκι
κούμουλο = πολύ γεμάτο πιάτο με φαΐ
κουμπάνια =τα τρόφιμα που έδιναν στους τσομπάνηδες οι ιδιοκτήτες των κοπαδιών
κουνενές, ο = το μωρό
κουνιάδα, ος = η αδελφή -ος της -του συζύγου
κουρκουμπίνες-γκουκλιούμισσες-γκόκλιες=τοπικό ζυμαρικό
κουρκούτι, το = ο χυλός από σιτάλευρο μτφ.το θολωμένο μυαλό (το μυαλό μου είναι κουρκούτι)
κουσελεύω=κουτσομπολεύω
κουσέλι=κουτσομπολιό
κουσελιάρης ή κουσέλας = κουτσομπόλης
κουσούρι = το ελάττωμα.
κουτάλαφος=ακρίδα
κούτελο, το = το μέτωπο
κουτουράδα = άσκεφτη κίνηση , επιπολαιότητα
κουτουρού (επίρρημα) = απερίσκεπτα, στην τύχη
κουτουρού = στο περίπου
κουτσαφιές = το φυτό που κάνει κουκιά
κουτσουμπίδα =το μικρό μπουμπουκάκι της τριανταφυλλιάς αλλά και η μικρή κοπελίτσα
κοψοχολιάζω = ανησυχώ κάποιον για κακό που τελικά αποφεύχθηκε
κοψοχρονιά = μισοτιμή
κράκουρα = άγρια βουνά
κράι=παγωνιά,στρώμα πάγου στο δρόμο
κρεβατίνα = ο αργαλειός
κρισάρα = σίτα για κοσκίνισμα αλευριού
κωλοφωτιά = η πυγολαμπίδα
© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!