Ν

 νετάρω = αποτελειώνω, αποπερατώνω, ξεκαθαρίζω (είσαι νέτα=είσαι απαράδεκτος)

νιτερέσο = συμφέρον αλλά και πάρε-δώσε( Δεν έχω νιτερέσα μαζί τους)
νόγα = αίσθηση παρουσίας ( δεν σε πήρα νόγα =δεν σε κατάλαβα,δεν σε πήρα είδηση)
νοσσίδα=.η μικρή κοτούλα που αρχίζει να γεννάει
νταβαντούρι, το = η φασαρία , ο θόρυβος αλλά και το θορυβώδες γλέντι
νταβραντίζω (ρήμα) = δυναμώνω.
νταβραντωμένος - νταβραντισμένος=δυνατός άντρας
ντάλα μεσημέρι=καταμεσήμερο
νταλάκιασα = δίψασα πολύ
νταμιτζάνα, η = μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με περίβλημα από ψαθί πλεγμένο
νταραβερίζεται = συνεταιρίζεται, (μτφ. ερωτική παρέα )
ντερέκι, το = ο πολύ ψηλός
ντέρκουλο-ντίρλα -τύφλα=μεθυσμένος
ντερλίκωσα =έφαγα πολύ, φούσκωσα!
ντουβάρι, το = ο τοίχος
ντούγα, ἡ : = βρωμάει ντούγα (έκφραση για τους μπεκρήδες) σανίδα βαρελιού
ντουγρού = ευθεία
ντουνιάς, ο = όλος ο κόσμος
ντουντούκι = άδειος
ντούσκο =τρυφερό φύλλωμα θάμνων
ντράβαλα = περιπέτειες
© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!