Φ

 Φακιόλι = μαντήλι κεφαλιού δεμένο με ιδιαίτερο τρόπο. όχι στο λαιμό αλλά πίσω στο σβέρκο

φάρα = κατά λέξη, σπόρος ,γένος...Στην Κάρυστο χρησιμοποιείται απαξιωτικά ( π.χ. Σε τι φάρα πήγες κι έπεσες;)
φελάει = ωφελεί
φερμένος=αυτός που έχει έρθει
φιλιώτσος-φιλιώτσα = το βαφτιστήρι, η βαφτιστήρα
φιρί φιρί = γύρω-γύρω, επίμονα, προκλητικά
φυτιλιά,η = ραδιουργία, η υποκίνηση σε τσακωμό
φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από ξύλα
φουρκίζω = απαγχονίζω, γκρεμοτσακίζω, προκαλώ θυμό οργή
φουρκισμένος,η,ο = ο θυμωμένος, ο κρεμασμένος
φουρνιά=.βάτραχος, αλλά κι εκείνος -η που τους θεωρούμε κουτοπόνηρους
φουρνοξύλα = κοροϊδευτικά η ψηλή και άχαρη γυναίκα
φουρνόξυλο=.το μακρύ ξύλο με το πανί στην άκρη του, που καθάριζαν το φούρνο
φτου σκατομισογένη = βρισιά στα νεύρα
φτουράει = επαρκεί
© 2016 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!